segunda-feira, 9 de setembro de 2013

Σαράντα χρόνια από το πραξικόπημα της 11/9 στη Χιλή
 του Κρίτωνα Ηλιόπουλου
 sello-pinochetΤα φρικτά βασανιστήρια, οι δολοφονίες και οι εξαφανίσεις επισκίασαν ευλόγως άλλες πλευρές της δικτατορίας στη Χιλή. Ελάχιστα είναι γνωστά για την ιδεολογική πλευρά της, την κουλτούρα, τις τέχνες της εποχής και την κληρονομιά της.  40 χρόνια μετά το πραξικόπημα και περίπου 25 μετά την αρχή μιας αργής και αναιμικής μεταπολίτευσης, διεθνώς είναι περισσότερο γνωστή η κουλτούρα της αντίστασης. Η Ιστορία κατέγραψε τις μορφές της λογοτεχνίας και της μουσικής που έφτασαν στο απόγειό τους το 1973, την τριετία της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, με ηγέτη τον γιατρό Σαλβαδόρ Αλιέντε. Κανείς δεν θυμάται την κουλτούρα της δικτατορίας, τους συγγραφείς που υποστήριξαν τους στρατιωτικούς, τους τραγουδιστές παραδοσιακών και ελαφρών τραγουδιών στα Φεστιβάλ της  χούντας. Στην ίδια τη Χιλή τα πράγματα μάλλον δεν είναι τόσο απλά. Εκεί η λήθη είναι υποσυνείδητη αλλά και συνειδητή, η διαμάχη για την ερμηνεία των γεγονότων ζωντανή και έντονη. Οι ένοχοι εγκλημάτων είναι επίσης ζωντανοί, όπως υπάρχουν και επιζώντες από την «κάθαρση» που διέπραξε η χούντα. Πριν 4-5 χρόνια ήταν σχεδόν απαγορευμένοι οι όροι «δικτατορία», «στρατιωτικό καθεστώς» και «στρατιωτικό πραξικόπημα» στα επίσημα μέσα ενημέρωσης, τα σχολικά βιβλία και  κάθε κείμενο, αν δεν ήθελε να χαρακτηριστεί «εξτρεμιστικό». Ο χιλιανός συγγραφέας  Ραμόν Δίας μου περιέγραψε πρόσφατα ότι πολλοί καθηγητές σε ιδιωτικά και θρησκευτικά σχολεία αποφεύγουν συστηματικά αναφορές σε «επίμαχα» ζητήματα, από τον φόβο είτε των διευθυντών είτε των γονιών. Κυριαρχούν οι περιφράσεις και οι ευφημισμοί, λόγου χάρη «τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου».
pinochetΠοια η σχέση της δικτατορίας του Πινοτσέτ με την ιδεολογία, τη σκέψη και τις καλές τέχνες; Καμία, θα απαντούσαμε. Ο όρος «apagón cultural»  (πολιτιστικό μπλακ-άουτ ή απόλυτο σκοτάδι), αναφέρεται στο «κατέβασμα του διακόπτη» στην κουλτούρα μετά την 11η Σεπτέμβρη του 1973. Στους δρόμους στρατιώτες έκαιγαν τα απαγορευμένα βιβλία, σφράγιζαν βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς οίκους, όπως τον Quimantú. Η λογοκρισία ήταν αμείλικτη. Όσοι δημιουργοί πρόλαβαν έφυγαν από τη χώρα, πολλοί δολοφονήθηκαν, άλλοι έμειναν χρόνια φυλακή. Στη χώρα των τυφλών, ο μονόφθαλμος έφευγε μετανάστης. Ο Αντόνιο Σκάρμετα, συγγραφέας του Ταχυδρόμου του Νερούδα, όταν τον ρώτησαν  στη Γερμανία εάν στη Χιλή μπορούσε κάποιος να γράφει ελεύθερα απάντησε κάπως έτσι: «Φυσικά μπορείς. Επίσης, μπορείς να βρεθείς νεκρός την επόμενη μέρα». Η καταγγελία της δικτατορίας από την παγκόσμια διανόηση ήταν συντριπτική, όπως μαρτυρούν αμέτρητα έργα τέχνης. Η ταινία Βρέχει στο Σαντιάγο (1975) ήταν η πρώτη από πολλές, με συμμετοχή  σπουδαίων όπως ο Άστορ Πιατσόλα, ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν και η Ανί Ζιραρντό. Αργότερα, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες θα γράψει την Απίστευτη περιπέτεια του Μιγκέλ Λιτίν, του χιλιανού σκηνοθέτη με πατέρα Παλαιστίνιο και μητέρα την Ελληνίδα Κουκουμίδη, ο οποίος καταδιωκόμενος μπήκε παράνομα στη Χιλή και γύριζε ταινίες. Στη  βαθιά παρανομία τυπώνονταν και κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι βιβλία που γράφονταν στο εξωτερικό, αλλά και μικρά έντυπα με ποιήματα και πεζά νεαρών που αντιστέκονταν στο καθεστώς.
   Όμως η δικτατορία έτρεφε μια δική της κουλτούρα· υπήρξαν διανοούμενοι και καλλιτέχνες που τη στήριξαν και στους οποίους στηρίχτηκε. Ο εθνικισμός ήταν ο βασικός ιδεολογικός πυλώνας. Τα εγκλήματα δικαιολογούνταν στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, της πατρίδας και της οικογένειας. Ο αντίπαλος ήταν ο μαρξισμός. Έλεγε ο Χάιμε Γκουσμάν, βασικός διανοούμενος της χούντας: «Εφόσον εμείς είμαστε ανθρωπιστές και ο μαρξισμός είναι αντι-ανθρωπιστικός, διότι αρνείται τα ίδια τα θεμέλια της πνευματικής αξιοπρέπειας του ανθρώπου· εφόσον είμαστε εθνικιστές και ο μαρξισμός είναι αντι-εθνικιστικός, διότι αρνείται την αξία της πατρίδας γενικά και αντιτίθεται στην ουσία της εθνικής μας παράδοσης πιο ειδικά· εφόσον, τελικά, εμείς υιοθετούμε τις χριστιανικές αξίες που έχουν σφυρηλατήσει τον δυτικό πολιτισμό και ο μαρξισμός είναι αντι-χριστιανικός, διότι θεωρεί τη θρησκεία «όπιο των λαών» και φιλοδοξεί να καταστρέψει τα ίδια τα θεμέλια κάθε αυθεντικής ηθικής, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οφείλουμε να είμαστε και να δηλώνουμε αντιμαρξιστές».
Πρόσφατα, με αφορμή το βιβλίο ενός χιλιανού δημοσιογράφου, έγινε γνωστή η βιβλιοθήκη του Πινοτσέτ που περιλάμβανε 55.000 τίτλους τεράστιας αξίας. Όπως τεκμηριώνει ο δημοσιογράφος, ο Πινοτσέτ είχε σοβαρά διανοητικά μειονεκτήματα, ενώ ποθούσε διακαώς να εμφανίζεται ως «διανοούμενος» και πλήρωνε αδρά γι’ αυτό (με κρατικά κονδύλια, φυσικά). Ήταν όμως μανιώδης συλλέκτης βιβλίων, ιδίως για τον Ναπολέοντα. Επίσης είχε μεγάλη συλλογή προτομών του Ναπολέοντα· εκτιμάται ότι τα βιβλία και οι προτομές έχουν αξία περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια. Παρότι «ο Γέρος ΔΕΝ διάβαζε ιστορίες αγάπης», όπως έχει ειπωθεί κατά παράφραση του τίτλου ενός διάσημου μυθιστορήματος του Σεπούλβεδα, βρέθηκαν λογοτέχνες και διανοούμενοι πρόθυμοι να υποστηρίξουν τις «αξίες της εθνικής παράδοσης» και του χριστιανισμού. Η πιο σημαντική επιτυχία του καθεστώτος ήταν η επίσκεψη του Μπόρχες για να ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Σαντιάγο.
Ο Μπόρχες και ο «εξαιρετικός άνθρωπος». Στις 21 Σεπτέμβρη 1976 πράκτορες της χούντας δολοφονούν στην Ουάσινγκτον τον υπουργό της κυβέρνησης Αλιέντε Ορλάντο Λετελιέ. Την ίδια μέρα ο Μπόρχες φτάνει στο Σαντιάγο. Σε μια ομιλία, για την οποία αργότερα μάλλον θα μετανιώσει, εγκωμιάζει το «Ξίφος» κατά της «Αναρχίας»: «[…] Ετούτη την εποχή της αναρχίας ξέρω ότι εδώ, ανάμεσα στην οροσειρά και τη θάλασσα, υπάρχει μια ισχυρή πατρίδα. Ο Λουγκόνες κήρυττε την ισχυρή πατρίδα όταν μιλούσε για την ώρα του ξίφους. Εγώ δηλώνω ότι προτιμώ το ξίφος, το καθαρό ξίφος, από τον λαθραίο δυναμίτη. Και το λέω γνωρίζοντας πολύ καλά, με ακρίβεια, τι λέω. Τώρα η δική μου χώρα αναδύεται από το βάλτο, νομίζω, ευτυχισμένη […]. Κι εδώ βγήκατε από αυτό το βάλτο. Η Χιλή […] είναι ταυτόχρονα μια μεγάλη πατρίδα και ένα δοξασμένο ξίφος». Ο στρατηγός Πινοτσέτ παρασημοφόρησε Μπόρχες με Μεγαλόσταυρο και ο Μπόρχες, στο τέλος της ιδιαίτερης συνάντησής τους, δήλωσε ότι ο στρατηγός ήταν «εξαιρετικός άνθρωπος».
Η τελευταία νύχτα στη Χιλή. Όταν ο Πινοτσέτ κρατούνταν στο Λονδίνο για να δικαστεί, δύο χιλιανοί λογοτέχνες, ο Χόρχε Έντουαρτνς από το εσωτερικό και ο Λουίς Σεπούλβεδα από την εξορία, συγκρούστηκαν δημοσίως για το αν πρέπει να υπάρξει λήθη για την εθνική συμφιλίωση ή αποκάλυψη των εγκληματιών και των εγκλημάτων της δικτατορίας  Τα κείμενά τους εκφράζουν τις δύο αντικρουόμενες τάσεις στη χιλιάνικη κοινωνία. Ενώ επικρατεί η πολιτική της εξουσίας για λήθη, η οποία ουσιαστικά συνεχίζει με άλλο τρόπο την κουλτούρα του πινοτσετισμού, με την πιο ευρεία έννοια, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και νεολαίας ανακαλύπτουν τους συνεργάτες της χούντας και τους καταγγέλλουν, σε μια πρακτική που αποκαλείται «φούνα» (γιουχάισμα σε ελεύθερη απόδοση).
Στη σχεδόν ανύπαρκτη βιβλιογραφία για τη λογοτεχνία και τη διανόηση που στήριξε και στηρίχτηκε στη χούντα, ξεχωρίζει η «απόκρυφη» μυθιστορία του Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο οποίος σε πολλά μυθιστορήματά του μιλάει για  το φαινόμενο. Πιο χαρακτηριστική είναι η ιστορία του ιερέα Ουρούτια, στην Τελευταία νύχτα στη Χιλή, που διδάσκει μαρξισμό στον δικτάτορα στο λογοτεχνικό σαλόνι μιας κυρίας της αριστοκρατίας, ενώ στο υπόγειο ο σύζυγός της βασανίζει αριστερούς. Ο Ουρούτια «μοιάζει» καταπληκτικά με ένα διάσημο κριτικό λογοτεχνίας στη φιλοχουντική εφημερίδα Μερκούριο, μέλος του διαβόητου Opus Dei. Οι γνώστες επίσης αναγνωρίζουν τον βασανιστή του υπογείου και την κυρία της αριστοκρατίας,  «αντίγραφα» του Μάικλ Τόουνλεϊ (πράκτορα που ομολόγησε τη συμμετοχή του σε βασανιστήρια και δολοφονίες)  και της χιλιανής συζύγου του.
Στο 2666, ο Μπολάνιο γίνεται χείμαρρος εναντίον της «πρόζας του Πινοτσέτ», περιγράφοντας το φανταστικό βιβλίο ενός φανταστικού συγγραφέα Λόνκο Κιλαπάν: «Όλα πλαστά. Όλα ανύπαρκτα.  Ο Κιλαπάν, […] κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ένα nom de plume του Πινοτσέτ, να βγήκε από τις μεγάλες αϋπνίες του Πινοτσέτ ή από τα καρπερά του ξημερώματα, όταν ξυπνούσε στις έξι το πρωί ή στις πεντέμισι κι αφού έκανε μπάνιο και λίγη γυμναστική κλεινόταν στη βιβλιοθήκη του να ρίξει μια ματιά στη διεθνή κατακραυγή, να συλλογιστεί την κακή φήμη της Χιλής στο εξωτερικό. Όμως δεν υπήρχαν πολλές ελπίδες. Η πρόζα του Κιλαπάν, αναμφιβόλως, θα μπορούσε να είναι του Πινοτσέτ. […]. Στη γραφή του Λόνκο Κιλαπάν όχι μόνο χωρούσαν όλα τα στιλ της Χιλής αλλά επίσης όλες οι πολιτικές τάσεις, από τους συντηρητικούς ως τους κομμουνιστές, από τους νέους φιλελεύθερους ως τους παλιούς επιζήσαντες του MIR. Ο Κιλαπάν ήταν η πολυτέλεια της ισπανικής γλώσσας που μιλιόταν και γραφόταν στη Χιλή,  στη φρασεολογία του δεν εμφανιζόταν μονάχα η περγαμηνώδης μύτη του κληρικού Μολίνα, αλλά οι σφαγές του Πατρίσιο Λυντς, τα ατέλειωτα ναυάγια του Εσμεράλδα, η έρημος της Ατακάμα και οι αγελάδες που βόσκουν, οι υποτροφίες Γκουγκενχάιμ, οι σοσιαλιστές πολιτικοί που εγκωμιάζουν την οικονομική πολιτική της στρατιωτικής δικτατορίας, οι γωνιές όπου πουλούσαν τηγανίτες σοπαιπίγιας, το αναψυκτικό μότε κον ουεσίγιος, το φάντασμα του τείχους του Βερολίνου που κυμάτιζε πάνω στις ακίνητες κόκκινες σημαίες, οι οικογενειακοί ξυλοδαρμοί, οι πουτάνες με την καλή καρδιά, τα φτηνά σπίτια, όλα αυτά που στη Χιλή το έλεγαν μνησικακία και ο Αμαλφιτάνο το έλεγε τρέλα».
Ο Κρίτων Ηλιόπουλος είναι μεταφραστής από τα πορτογαλικά και τα ισπανικά.
Ενθέματα, Εφημερίδα Αυγή, 8/9/2013

quinta-feira, 11 de julho de 2013

Οι αγώνες συνεχίζονται στη Βραζιλία

Ο φετινός Ιούνιος στη Βραζιλία είχε ορισμένα κοινά με το Μάη του ‘68. Ξεσηκώθηκε η νεολαία των μεγαλουπόλεων που δεν ζει στο περιθώριο και δεν είναι εξαθλιωμένη. Ενώ η αρχή έγινε με αφορμή μια  αύξηση της τιμής του ήδη πανάκριβου εισιτηρίου των ιδιωτικών μέσων μαζικής μεταφοράς (δεν υπάρχουν δημόσια), η εξέγερση ξέσπασε εναντίον της αστυνομίας και του αυταρχισμού. Τα αιτήματα έγιναν χιλιάδες και άνθισαν κάθε λογής λουλούδια της ασφάλτου μέσα στους καπνούς των δακρυγόνων. Ανάμεσα στην πολυχρωμία ξεπήδησε και η μαυρίλα του φασισμού, με συνθήματα για την «πατρίδα», για «θρησκεία και οικογένεια»,  μαζί με Μπρεχτ ο εθνικός ύμνος διαπιστώνει έντρομος ένας διαδηλωτής.  Επίσης,  όπως παρατηρεί ο καθηγητής Φιλοσοφίας  Πάουλο Αράντες, ο βραζιλιάνικος Ιούνης και ο γαλλικός Μάης γίνονται σε περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, με χαμηλή ανεργία και με πολιτικές στήριξης των χαμηλών εισοδημάτων. Μήπως αρχίζει να καταρρέει η «κοινωνική συμφωνία» που επέτρεπε την ομαλή συμβίωση πολλών και αντίπαλων «Βραζιλιών» μέσα σε μία, τεράστια και έντονα αναπτυσσόμενη; Τι μπορεί να σημαίνει το πρωτοφανές  γεγονός ότι χιλιάδες  Βραζιλιάνοι αψηφούν τις απειλές να μη γίνει το Μουντιάλ και οι Ολυμπιακοί Αγώνες και διαμαρτύρονται εναντίον του οργίου κερδοσκοπίας γι’ αυτές τις διοργανώσεις;
Τέτοια βεβήλωση «ναού», σαν αυτή που έγινε στο τεράστιο γήπεδο Μαρακανά του Ρίο, δεκαπέντε μέρες μετά τη νίκη του κινήματος και την  ακύρωση της αύξησης στα εισιτήρια, δεν έχει προηγούμενο στη Βραζιλία. Στον αγώνα Βραζιλίας-Ισπανίας υψώθηκαν πανό κατά της ιδιωτικοποίησης του γηπέδου μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ενώ έξω χιλιάδες διαδηλωτές συγκρούονταν με την αστυνομία απαιτώντας λεφτά για Δημόσια Υγεία και Δημόσια Παιδεία ποιότητας  ανάλογης με την ποιότητα των γηπέδων για το Μουντιάλ.  Η οργή ξεχείλισε διότι με δημόσιο χρήμα ανασκευάστηκε το γήπεδο Μαρακανά για να «χαριστεί» σε ιδιωτικές εταιρείες και να γίνει απρόσιτο στις λαϊκές τάξεις. «Μέσα στις χιλιάδες κόσμου στα εγκαίνια δεν έβλεπες ούτε ένα μαύρο ή έστω έναν μιγά» λέει χαρακτηριστικά ο Ζ.Π.Στέντιλε ηγέτης του κινήματος των Ακτημόνων Εργατών Γης(MST). Επιπλέον, αποκαλύφθηκε ότι ο Πρόεδρος της Βουλής, που ανήκει στο κόμμα PMDB, ταξίδεψε μαζί με έξι μέλη της  οικογένειάς του με αεροπλάνο της … πολεμικής αεροπορίας ως το Ρίο για να δει το ματς.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 90, όταν έγιναν μεγάλες απεργίες και διαδηλώσεις, και για περισσότερο από μια δεκαετία περίπου, οι αγώνες ήταν σποραδικοί και αδύναμοι. Για τρεις πενταετίες ο Πρόεδρος της Βραζιλίας είναι του Εργατικού Κόμματος (ΡΤ) και η κυβέρνηση σχηματίζεται με κύριο κορμό αυτό το κόμμα, του ιστορικού συνδικαλιστή Λούλα ντα Σίλβα. Ωστόσο δεν είναι «αυτοδύναμες» κυβερνήσεις, το ΡΤ συγκυβερνά με άλλα κόμματα. Οι «συνεταίροι» του ΡΤ στα πρώτα χρόνια ήταν κόμματα που είχαν κάποιες αριστερές αναφορές, τελευταία όμως είναι δεξιά έως και ακροδεξιά κόμματα εφόσον δεν υπάρχουν  άλλα για σχηματισμό κυβέρνησης. Οι κυβερνήσεις αυτές ονομάστηκαν αριστερές επειδή συνδύασαν τη ραγδαία ανάπτυξη του κεφάλαιου σε εθνικό και διεθνές πεδίο με μέτρα κρατικής ενίσχυσης των χαμηλότερων στρωμάτων.
Έχει περάσει ένας μήνας από τη λαϊκή έκρηξη στους δρόμους των βραζιλιάνικων μεγαλουπόλεων και φαίνεται να υπάρχει διάθεση για συνέχεια.  Έχει ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και κάθε λογής κινήματα έχουν ξεχυθεί σε όλη την αχανή έκταση της χώρας. Στη Φορταλέζα και στο Μασεϊό έγιναν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, σε εθνικές οδούς γίνονται μπλόκα και οι φορτηγατζήδες (ιδιοκτήτες) κάνουν μπλόκα για κατάργηση των διοδίων και μείωση της τιμής του πετρελαίου. Στις ζούγκλες του Μάτο Γκρόσο οι ιθαγενείς πληθυσμοί εξακολουθούν να μάχονται για τη γη τους που την καταπατούν αυθαίρετα κτηνοτροφικές και γεωργικές εταιρείες, ενώ το κράτος στέλνει στρατό για να υπερασπίσει τους καταπατητές.
Ενώ τα κεντρικά καθοδηγητικά όργανα της δεξιάς, τα μεγάλα συγκροτήματα των μέσων ενημέρωσης, αντέδρασαν γρήγορα και αξιοποιούν έντεχνα την εξέγερση προς όφελός τους, η οργανωμένη αριστερά, όπως πάντα σχεδόν, αιφνιδιάστηκε από την εξέγερση. Ταλαντεύτηκε και ταλαντεύεται ακόμα για το αν και πώς θα συμμετέχει. Οι πιο συντηρητικές τάσεις αποστασιοποιούνται για να προστατέψουν την πρόεδρο Ντίλμα που βλέπει τη δημοτικότητά της να πέφτει από το 57% στο 37% και στις γειτονικές χώρες της Λατινικής Αμερικής φοβούνται ότι μια δεξιά στροφή της Βραζιλίας θα ανατρέψει και τις δικές τους ισορροπίες. Ωστόσο οι περισσότερες οργανώσεις και τα αριστερά κόμματα του κινήματος που παρέμεινε «μάχιμο» τα τελευταία χρόνια επιδιώκουν να συνεχιστούν οι αγώνες και να δοθεί στους δρόμους ιδεολογική μάχη για έναν αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Αυτό αποφάσισαν σε μια σύσκεψη 80 οργανώσεις, είτε του κινήματος όπως το Κίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης, το Κίνημα Αστέγων Εργατών και το Κίνημα για τη Δωρεάν Μετακίνηση (ολιγομελής ομάδα που όμως ηγήθηκε στις κινητοποιήσεις του Ιουνίου) είτε πολιτικά κόμματα της «παραδοσιακής» αριστεράς όπως το τροτσκιστικό PSTU, to KK Βραζιλίας και το PSOL.
Η πρόεδρος Ντίλμα Ρουσέφ ανακοίνωσε 5 σημεία διαλόγου για πολιτική μεταρρύθμιση που θα επικυρωθούν με δημοψήφισμα και θα αποτελέσουν τη βάση για ανανέωση του «συμβολαίου» κοινωνικής ειρήνης. Όμως τα 5 σημεία ελάχιστη σχέση έχουν με τις ανάγκες  των χαμηλών κοινωνικών τάξεων. Καμία πρόταση για το ζήτημα της δημοκρατίας, της καταστολής  και της κρατικής υποστήριξης των βασικών αναγκών της Υγείας της Παιδείας , Στέγης και Συγκοινωνιών που αποτελούν βασικά αιτήματα. «Δεν είδαμε κανένα συγκεκριμένο μέτρο. Σε κανένα επίπεδο της εξουσίας δεν  γίνεται νύξη, για παράδειγμα, κάποια περιορισμός  στα κέρδη των επιχειρηματιών των συγκοινωνιών της χώρας. Όλοι μιλούν για φοροαπαλλαγές» λέει μία εκπρόσωπος του Κινήματος για Δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες  ( MPL). Επιπλέον συνεχίζεται η άγρια καταστολή και βίαιη διάλυση των διαδηλώσεων με δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες, και ταυτόχρονα η κυβέρνηση επιμένει στο χορό εκατομμυρίων του Μουντιάλ και της Ολυμπιάδας.
Οι οργανώσεις του μαζικού κινήματος αντιπροτείνουν τα δικά τους πέντε σημεία για συζήτηση με την κυβέρνηση, και ένα άμεσο  άμεση και ιδιαίτερο αίτημα να σταματήσει τώρα η αστυνομική βία και να αποστρατικοποιηθεί η αστυνομία. Το πρώτο σημείο είναι το αίτημα για δωρεάν συγκοινωνία για όλους στα δημόσια μέσα μεταφοράς και κρατικοποίηση του συστήματος που σήμερα ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες. Το δεύτερο σημείο είναι να μειωθούν σε 40 από 44 οι ώρες εργασίας την εβδομάδα, αίτημα του εργατικού κινήματος. Επίσης ζητούν πολιτική λαϊκής Στέγης, με κρατικό έλεγχο στα ενοίκια, λόγω των οποίων υπάρχουν τόσες άστεγες οικογένειες στις μεγάλες πόλεις, και να σταματήσουν οι υποχρεωτικές μετακινήσεις κατοίκων για να διευκολυνθεί το Μουντιάλ και η Ολυμπιάδα του 2016. Σύμφωνα με στοιχεία των Λαϊκών Επιτροπών για το Μουντιάλ υπάρχουν πάνω από 250 χιλιάδες άτομα που κινδυνεύουν ξεσπιτωθούν για τη μεγαφιέστα. Τα άλλα θέματα είναι η δημόσια Υγεία και Παιδεία όπου η λαϊκή απαίτηση ζητάει να έχουν  «προδιαγραφές FIFA», δηλαδή ποιότητα όπως οι αθλητικές  εγκαταστάσεις. Και το επόμενο μεγάλο ραντεβού στους δρόμους είναι στην γενική κινητοποίηση-απεργία της 11ης Ιουλίου.
Διάχυτη είναι η αίσθηση ότι κάτι αλλάζει πολύ γρήγορα στη Βραζιλία που θα έχει άμεση αντανάκλαση και στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική. Είναι η αρχή του τέλους της εποχής των κυβερνήσεων που ονομάστηκαν αριστερές κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική; Κλείνει ο κύκλος αυτού του τύπου διακυβέρνησης με εξασφάλιση κοινωνικής συναίνεσης μέσω σχετικά δικαιότερης αναδιανομής του πλούτου και της ακατάσχετης οικονομικής ανάπτυξης του κεφάλαιου;  Τι θα προκύψει από αυτή τη νεοφανή μαζική είσοδο του κόσμου στην πολιτική, το πλήθος ανθρώπων που διεκδικούν να έχουν λόγο στους κανόνες που ρυθμίζουν  τη ζωή τους και δεν ανέχονται να ψηφίζουν κάθε τέσσερα χρόνια ενώ τον υπόλοιπο καιρό «ψεκάζονται» με δακρυγόνα σαν πλεονάζοντα έντομα; Αρκετοί αγωνιστές συμφωνούν στις αναλύσεις τους ότι οι υπάρχουσες οργανώσεις του αντικαπιταλιστικού κινήματος -πολιτικές και συνδικαλιστικές-  είναι ξεπερασμένες, «γερασμένες» και γραφειοκρατικές. Δεν εμπνέουν πια. Πιθανότατα με το κλείσιμο του παλιού «κύκλου» να προκύψουν νέες μορφές αντικαπιταλιστικής οργάνωσης και δράσης, εφόσον αναπτυχθούν φρέσκιες ιδέες και ελπίδες και δεν υπάρξει συντηρητική υποχώρηση και απλή ανακύκλωση παλαιών υλικών.

Κρίτων Ηλιόπουλος, 4/7/2013


Η ουτοπία στους δρόμους της Βραζιλίας

του Κριτωνα Ηλιοπουλου
Την αποκάλεσαν και «εξέγερση των βουτυρόπαιδων», έγιναν συγκρίσεις με άλλες εξεγέρσεις, βγήκαν συμπεράσματα για την οικονομία και την πολιτική. Μάλιστα ορισμένα συμπεράσματα βγαίνουν τόσο εύκολα, που μάλλον είναι έτοιμα από πριν και απλώς επιβεβαιώνονται ανεξαρτήτως εάν η πραγματικότητα συμφωνεί. Καθώς η Βραζιλία επί μία δεκαετία έχει ανάπτυξη αντί για οικονομική κρίση, «κλασικές» κοινωνιολογικές προγνώσεις που συνδέουν αυτόματα τις κρίσεις του καπιταλισμού με τις εξεγέρσεις των καταπιεσμένων θα προέβλεπαν το ξέσπασμα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο, κατά τα ειωθότα.
Με αφορμή τις μετακινήσεις
Το κίνημα των εκατομμυρίων που ξεχείλισε στους τεράστιους δρόμους της Βραζιλίας έλειπε εδώ και χρόνια και φαινόταν αδιανόητο ακόμα και δέκα μέρες προτού ξεσπάσει. Οι Βραζιλιάνοι θεωρούνταν «απολίτικοι», παρά τις συχνές δυναμικές κινητοποιήσεις και τις εξεγέρσεις μικρής κλίμακας, διότι πράγματι η μεσαία τάξη ήταν «απολίτικη». Επίσης, με την ίδια αφορμή, δηλαδή το εισιτήριο των λεωφορείων, γίνονταν συνέχεια κινητοποιήσεις, η μεγαλύτερη το 2005. Από τότε το εισιτήριο έχει διπλασιαστεί. Στις αχανείς πόλεις η συγκοινωνία είναι ιδιωτική, οι εταιρείες άκρως κερδοφόρες και ληστρικά κερδοσκοπικές. Οι ιδιώτες εισπράττουν ακέραιο το αντίτιμο του εισιτηρίου που διαμορφώνεται με κριτήριο το μέγιστο κέρδος και επιπλέον επιδοτούνται από το δημόσιο. Επειδή το κόστος μετακίνησης των εργαζομένων φτάνει περίπου στο 20% του μηνιαίου μισθού, το καταβάλει ο εργοδότης και αποτελεί αντικείμενο συνδικαλιστικής (ή ατομικής) διαπραγμάτευσης. Οι αποστάσεις είναι τεράστιες και καθημερινά χάνεις 3-4 ώρες σε μετακινήσεις που δεν είναι διόλου άνετες. Οι φτωχογειτονιές είναι αποκλεισμένες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Σάο Πάουλο, εκτός από πολλούς άστεγους, βλέπεις εκατοντάδες να κοιμούνται στο δρόμο επειδή απλώς δεν μπορούν να γυρίσουν σπίτι από τη δουλειά και να ξανάρθουν την επόμενη μέρα.
Το MPL (Κίνημα για Δωρεάν Μετακίνηση) είναι η οργάνωση που κάλεσε σε κινητοποιήσεις κατά της αύξησης του εισιτηρίου. Έχει «μέλη» λίγες δεκάδες νέους με αντικαπιταλιστικές ιδέες --κάποιοι είναι φοιτητές ή επιστήμονες αστικού περιβάλλοντος-- και δεν ταυτίζεται με κανένα κόμμα. Ωστόσο στο MPL δεν είναι καθόλου ρεαλιστές, ή μάλλον είναι τόσο ρεαλιστές που «διεκδικούν το αδύνατο». Στόχος τους είναι η δωρεάν μετακίνηση με αληθινά δημόσια μέσα μεταφοράς για όλους τους πολίτες -- αρκετοί τους θεωρούσαν γραφικούς ή ρομαντικούς. Στις άφθονες σελίδες των κειμένων τους τεκμηριώνουν τόσο καλά το αίτημα, που πράγματι αποδεικνύεται παραλογισμός το εισιτήριο και όχι η δωρεάν μεταφορά. Τα προηγούμενα χρόνια στις διαδηλώσεις τους συμμετείχαν διακόσια-τριακόσια άτομα και σχεδόν πάντα η αστυνομία χτυπούσε και έκανε συλλήψεις. Όμως δεν το έβαλαν κάτω και τώρα εύλογα πρέπει να θεωρούν δικαίωση όχι μόνο την ακύρωση της αύξησης στο εισιτήριο («το αδύνατο») αλλά και το ότι η πρόεδρος της Βραζιλίας τους κάλεσε να συζητήσουν το «ουτοπικό» τους αίτημα. Τι συνέβη;
Αρχές Ιουνίου αμέτρητοι νέοι βγήκαν στο δρόμο διαμαρτυρόμενοι «για το μηδαμινό ποσό» αύξησης στο εισιτήριο. Τα ΜΜΕ, απόλυτο μονοπώλιο 2-3 οικογενειών, έδωσαν εντολή στην κυβέρνηση της πολιτείας του Σάο Πάουλο να «ανακαταλάβει» τις λεωφόρους από τους «τεμπέληδες» και «τσαμπατζήδες». Στην πολιτεία του Σάο Πάουλο (η Βραζιλία είναι ομοσπονδία) κυβερνάει η δεξιά με επικεφαλής τον ακροδεξιό Αλκμίν. Η Στρατιωτική Αστυνομία, διαμορφωμένη στη δικτατορία για να αντιμετωπίζει τον εχθρό λαό, έδειξε πρωτόγνωρη βία, εφαρμόζοντας μεθόδους ακραίες, συλλήψεις με απομόνωση, «απαγωγές» χωρίς δικαίωμα σε δικηγόρο, τροφή, επικοινωνία κ.λπ. Η καταστολή πυροδότησε την έκρηξη. Σ’ αυτό συνέβαλε το μαζικό πλέον ίντερνετ, αλλά και το MPL, που είναι απαλλαγμένο από τις αγκυλώσεις, τις ταλαντεύσεις, το ρεαλισμό και τους σχεδιασμούς των «επαγγελματιών» του κινήματος, καθώς και από τη λογική των αυτόκλητων πολιτικών καθοδηγητών, οι οποίοι συχνά την κρίσιμη στιγμή αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και αναζητούν το δάσος ανάμεσα στα εκατομμύρια δέντρα.
Η επιχείρηση χειραγώγησης και η ακροδεξιά
Μετά την τέταρτη συγκλονιστική μέρα διαδηλώσεων, οι «από πάνω» αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και αλλάζουν στρατηγική. «Από το βράδυ ως το πρωί γίναμε εθνικοί ήρωες», λέει το κύριο άρθρο της αντεξουσιαστικής διαδικτυακής εφημερίδας Passa Palavra. Τα αντιδραστικά μέσα ενημέρωσης έπλεξαν εγκώμια και καλούσαν στις διαδηλώσεις. Οι πρωτεργάτες του κινήματος διαπίστωσαν πολύ ανησυχητικά φαινόμενα. Οργανωμένες ομάδες διαδηλωτών έσχιζαν σημαίες αριστερών οργανώσεων, έδιωχναν βιαίως συνδικάτα που συμμετείχαν από την πρώτη στιγμή στον αγώνα. Εμφανίστηκαν εθνικιστικά και καθαρά φασιστικά κείμενα υπέρ της στρατιωτικής κυβέρνησης, υπέρ της ελεύθερης οπλοφορίας, για πιο αυστηρό ποινικό σύστημα, κατά των αμβλώσεων και των ομοφυλόφιλων, «κλασικά» της βραζιλιάνικης ακροδεξιάς. Την έκτη μέρα των διαδηλώσεων «εμείς απλώς κάναμε μπούγιο στη διαδήλωση που ήταν δική τους», λέει ένας από τους πρωτεργάτες. Τώρα η μάχη είναι ιδεολογική. Τα ΜΜΕ επιλεκτικά διαλέγουν και προβάλλουν τα συνθήματα που είναι ανώδυνα ή συμφέρουν την εξουσία και γενικότητες κατά της «διαφθοράς». Επιδιώκουν τη φθορά της προέδρου, Ντίλμα Ρουσέφ, καθώς οι εκλογές είναι του χρόνου και διαφαίνεται ότι τις κερδίζει άνετα και ανανεώνει την πενταετία. Η Ντίλμα και οι συντηρητικοί του κυβερνώντος κόμματος προσπαθούν με ελιγμούς, με διάλογο και επισείοντας το φόβο της ακροδεξιάς να πετύχουν αν όχι συμμαχία με τις μαχητικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις τουλάχιστον την ανοχή τους.
Τι έπεται;
Έγινε μια πρωτόγνωρη σύσκεψη 80 πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της αριστεράς, από το κυβερνητικό ΡΤ μέχρι τους πιο σκληρούς επικριτές του, καθώς και κινηματικών οργανώσεων όπως το MST (Κίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης). Επικράτησε η άποψη να συνεχιστούν οι κινητοποιήσεις, να γίνει προσπάθεια ένταξης των εργατών και των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων στο κίνημα, για να δοθεί στους δρόμους η μάχη για τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Επίσης, στόχος είναι να πιεστεί η κυβέρνηση «να συμμαχήσει με το λαό και όχι με τους καπιταλιστές», όπως τόνισε ο Ζ.Π. Στέντιλε, ηγέτης του MST (Kίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης). Να φτιάξει σχολεία και νοσοκομεία «με προδιαγραφές FIFA», όπως λέει ένα σύνθημα καυστικό για το όργιο κερδοσκοπίας με το Μουντιάλ.
Όπως αποδείχτηκε, σε ανάλογες περιστάσεις (Αργεντινή, Βολιβία, Βενεζουέλα) εάν η κυβέρνηση θέλει να ανακόψει τη δεξιά επίθεση και να ενισχύσει τον αριστερό προσανατολισμό της έχει δύο εργαλεία: πρώτο, «καταστολή της καταστολής» με απόσυρση της αστυνομίας και κάθε ποινικοποίησης των αγώνων και δεύτερο, υιοθέτηση αιτημάτων που στρέφονται κατά των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και των διασυνδέσεών τους με τα ΜΜΕ.

Το σύνθημα «Ο λαός ξύπνησε» θύμισε σε πολλούς το παλιότερο «Ο γίγαντας ξύπνησε» που ακούγονταν στις πολυπληθέστατες διαδηλώσεις «Για την Οικογένεια, με το Θεό και Ελευθερία» που έφεραν τη στρατιωτική δικτατορία το 1964. Όμως τώρα η μαζική απαίτηση είναι μάλλον για περισσότερη δημοκρατία. Μολονότι «χωρίς πρόγραμμα», το κίνημα αντιτίθεται στον έλεγχο της ζωής των πολλών από ελάχιστους και οι νέοι που βγήκαν να συγκρουστούν με τη φοβερή στρατιωτική αστυνομία νιώθουν την ανάγκη να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη ζωή τους. Έπεται συνέχεια.
Δημοσιεύτηκε στα "ενθέματα" της εφημερίδας Αυγή, Ιούνιο 2013

sexta-feira, 8 de março de 2013


Λίγη ιστορία αντί για επικήδειο 

για τον Ούγκο Τσάβες

Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του Ούγκο Τσάβες και καθώς δεν μου αρέσουν οι μεταθανάτιοι ύμνοι θα μπορούσα να τον κατηγορήσω για διάφορα, τα οποία βρίσκονται όμως στην αντίθετη κατεύθυνση από όσα με λύσσα του προσάπτουν τα παπαγαλάκια της εξουσίας και σύσσωμοι οι Κροίσοι της Βενεζουέλας. Ο Τσάβες όμως ό,τι κι αν έκανε ήταν πάντα με τους «από κάτω» και οι κυβερνήσεις του βοήθησαν τους καταπιεσμένους της Βενεζουέλας (και όλης της Λατινικής Αμερικής) να αλλάξουν ζωή και συνείδηση. Δεν χρειάζεται να θεωρηθεί Μεσσίας αναληφθείς στους ουρανούς ούτε όμως και ως απλώς ένας εχθρός των εχθρών μας. Το σημαντικότερο ίσως έργο του δεν ήταν η εντυπωσιακή αναδιανομή πλούτου υπέρ των αδικημένων αλλά η συμβολή του στην προσπάθεια χειραφέτησης και αυτοδιάθεσης αυτών των κοινωνικών ομάδων που πριν  δεν είχαν καν συνείδηση ότι δικαιούνται να υπάρχουν στην κοινωνία. Ακόμα και με το θάνατό του, πρόωρο και προτού φθαρεί ο ίδιος και η εξουσία του, συμβάλλει στην αντίσταση των καταπιεσμένων της χώρας του, για τους οποίους θα μείνει πάντα ήρωας και καθοδηγητής, κάνοντας δύσκολη τη ζωή των αφεντικών ακόμα και από τον άλλον κόσμο.
Παρά τις αντίθετες απόψεις, αποδεικνύεται ιστορικά ότι μπορεί μεν η εξαθλίωση να φέρνει εξεγέρσεις όμως οι επαναστατικές αλλαγές κυοφορούνται όταν υπάρχει ελπίδα και όχι πείνα. Ίσως μάλιστα οι περισσότεροι εξεγερμένοι ονειρεύονται απλώς την επιστροφή στις παλιές καλές μέρες, ενώ λίγοι είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Συνήθως παλεύουν για όσα έχασαν και όχι για όσα θα κερδίσουν, τα οποία αρχίζουν να τα βλέπουν στη διαδρομή. Αξίζει τον κόπο να μελετήσουμε λίγη πρόσφατη ιστορία πριν από την εμφάνιση του Τσάβες και θα εντυπωσιαστούμε από πολλά.

Καράκας 1989

Την ίδια εποχή που τα παγκόσμια μίντια έβλεπαν τις τρομερές αντιθέσεις που γκρέμισαν τα σοσιαλιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης και την ΕΣΣΔ, στο Καράκας της Βενεζουέλας πλήθη εξαθλιωμένων εξεγείρονταν κατά της νεοφιλελεύθερης καταστροφής της ζωής τους.
26 και 27 Φλεβάρη 1989: Με την αύξηση τιμής των καυσίμων οι ιδιοκτήτες λεωφορείων αποφασίζουν να αυξήσουν τα εισιτήρια. Μια γυναίκα σε μια φτωχογειτονιά αρνείται να πληρώσει και ο οδηγός την πετάει βίαια έξω. Ο κόσμος αντιδρά και αναποδογυρίζει το λεωφορείο. Είναι το πρώτο οδόφραγμα. Ακολουθούν φωτιές, λεηλασίες σούπερ μάρκετ, καταστροφές, εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένοι καταλαμβάνουν την πόλη. Η κυβέρνηση επιβάλει στρατιωτικό νόμο (αναφέρεται ότι ένα τμήμα της αστυνομίας αρνήθηκε στην πράξη να καταστείλει απειθαρχώντας στις διαταγές των ανωτέρων τους και μάλιστα αστυνομικοί συμμετείχαν σε λεηλασίες) και το αποτέλεσμα είναι εκατοντάδες νεκροί. Το επίσημο νούμερο είναι 327 (αυτό παραδέχτηκε η κυβέρνηση), όμως μελέτες αναφέρουν έως και 3000 νεκρούς.  Η υπηρεσία Πληροφοριών του Στρατού μιλάει για 2227 νεκρούς από πυροβόλο όπλο και οι ξένοι ανταποκριτές ανάφεραν 1500 νεκρούς. «Ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούσαν όποιο κεφάλι έβγαινε σε παράθυρο» αναφέρει χαρακτηριστικά ένας αυτόπτης μάρτυρας αξιωματικός του στρατού.
Το πραξικόπημα των νεαρών αξιωματικών με επικεφαλής τον Τσάβες το 1992 εναντίον του Κάρλος Αντρές Πέρες ήθελε να είναι απάντηση σε αυτή την κατάσταση. Οι ιδιομορφίες του στρατού της Βενεζουέλας και η πολιτική οργάνωση στο εσωτερικό του (βλέπε Μάρτα Χαρνέκερ 2003) έφεραν αργότερα τα αποτελέσματα που ξέρουμε, την εκλογική νίκη του 1998 και τους αλλεπάλληλους εκλογικούς θριάμβους του … «δικτάτορα» Τσάβες που έκανε περισσότερες εκλογές και δημοψηφίσματα από πολλούς … «δημοκράτες».

Η κρίση της Βενεζουέλας

 (αν σας θυμίζει κάτι,  κάθε σύγκριση είναι δεκτή)

Η χώρα με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου πέφτει τη δεκαετία του ‘80 σε βαθιά οικονομική κρίση. Μέσα σε μόλις 3 χρόνια 1975-1978  το εξωτερικό χρέος από 6 δις σε 31 δις δολάρια ενώ η πτώση της τιμής του πετρελαίου ήταν καταλυτική (1973=29 δολ, 1986=11 δολ.) μετά το 1983, το κεφάλαιο εγκαταλείπει τη Βενεζουέλα διότι χάνει.
Το 1983 κηρύσσεται η πρώτη στάση πληρωμών εξωτερικού χρέους από την κυβέρνηση Ερέρα Καμπίνας, το 1984 η κυβέρνηση του προέδρου Χάιμε Λουσίνκσκι έφερε το πρώτο πακέτο οικονομικών μέτρων με στόχο την επαναχρηματοδότηση του εξωτερικού χρέους από το ΔΝΤ, (απελευθέρωση τιμών, αύξηση τιμής καυσίμων, μείωση κρατικών δαπανών, πάγωμα μισθών) και το 1988 γίνεται η τρίτη αναστολή πληρωμών του εξωτερικού χρέους που έφτανε τα 30 δις δολάρια.
Οι καπιταλιστές με την ομοσπονδία τους Fedecamaras (κάτι σαν Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο), απαίτησαν από την κυβέρνηση την πλήρη ανάληψη του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους που κυμαινόταν από 8 έως 10 δις ως «προαπαιτούμενο για να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα της Βενεζουέλας στο εξωτερικό και να αποφευχθεί το κλείσιμο επιχειρήσεων, έλλειψη αγαθών πρώτης ανάγκης, πληθωρισμός ...»
Αμέσως η κυβέρνηση έφτιαξε ένα μηχανισμό που εξασφάλιζε διαθεσιμότητα δολαρίων σε ευνοϊκή ισοτιμία για τον ιδιωτικό τομέα (κοινή ισοτιμία 1 προς 7 μπολίβαρες, προνομιακή ισοτιμία για τους επιχειρηματίες 1 προς 4,3) Honorio Martinez, 2008
Ακόμα και ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας σκανδαλίστηκε με το φόρτωμα του ιδιωτικού χρέους στο δημόσιο γιατί σήμαινε, όπως δήλωσε, εύνοια προς όσους «έκαναν εισαγωγές, πλούτισαν και ευνοήθηκαν έπειτα από εξαγωγή κεφαλαίων». Τον επόμενο Φεβρουάριο η νέα κυβέρνηση του Ερέρα Καμπίνας τον αντικατέστησε. Ωστόσο και στη νέα κυβέρνηση εκφράστηκαν ανάλογες φωνές που εξέφραζαν τις εσωτερικές αντιθέσεις των κεφαλαιούχων και των πολιτικών εκφραστών τους και την «συναίνεση» που είχαν ισορροπηθεί από το 1958 με τη συμφωνία της Fedecamaras με τους εργατοπατέρες συνδικαλιστές και τη Συμφωνίας των δύο μεγάλων κομμάτων το 1968, που επιτεύχθηκε χάρη στα έσοδα από το πετρέλαιο.
Το Σεπτέμβριο του 1984 η κυβέρνηση Λουσίντσι «κατάφερε» να αναχρηματοδοτήσει το 94% του δημοσίου χρέους με προθεσμία ως το 1988 και έγινε δεκτή από τους διεθνείς δανειστές η ρύθμιση της ισοτιμίας για την κάλυψη και την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους.
Το ΔΝΤ υπέδειξε πακέτο μέτρων: απελευθέρωση τιμών, κατάργηση κρατικών επιδοτήσεων, περιορισμός δημόσιων δαπανών, πάγωμα μισθών, άνοδος τιμής καυσίμων και αύξηση φορολογίας.
Το Φεβρουάριο του 1984 o Λουσίντσι επέβαλε το πρώτο πακέτο μέτρων. Το Δεκέμβριο του 1986 κάνει νέα υποτίμηση και το Δεκέμβριο του 1988, ένα μήνα προτού παραδώσει στον Κάρλος Αντρές Πέρες ανακοίνωσε τη νέα αδυναμία πληρωμών εξωτερικού χρέους που έφτανε τα 30 δις δολάρια. Μέσα σε δύο χρόνια οι τιμές είχαν ανέβει 60% και το κόστος ζωής κατά 28%.
Το πακέτο μέτρων της επόμενης κυβέρνησης, του Κάρλος Αντρές Πέρες (1989) επέβαλε μεταξύ άλλων: νέα μείωση κρατικών δαπανών,  μέτρα απελευθέρωσης εμπορίου, απελευθέρωση νομισματικής ισοτιμίας, κατάργηση δασμών, ενίσχυση των ξένων επενδύσεων, ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, 100% αύξηση τιμής της βενζίνης και 30% των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Οι αμοιβές των εργαζομένων (σε μισθούς) που το 1960 αποτελούσαν το 61,2% του ΑΕΠ, το 50,4% του ΑΕΠ το 1970 και το 27% το 1980, είχαν φτάσει στο 15% στα τέλη της δεκαετίας του ‘80.
Στις 28 Φεβρουαρίου 1989, στη φτωχογειτονιά Γουαρένας οι επιβάτες των αστικών συγκοινωνιών άρχισαν να καταστρέφουν τα οχήματα.
Η εξέγερση του Καράκας που έγινε γνωστή ως «καρακάσο» ή «σακουδόν» ήταν αυθόρμητη χωρίς καμία οργανωμένη υποκίνηση ούτε εκπροσώπηση. Τα συνδικάτα ήταν κυβερνητικά και δεν υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις που να εκφράζουν εκείνο το 40% του πληθυσμού της πόλης, τους πιο φτωχούς από τα 4 εκατομμύρια που ζουν στριμωγμένοι σε λόφους που καλύπτουν μόλις το 10% της έκτασης του Καράκας.

 


Οι στρατιωτικοί μεταρρυθμιστές.


Έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφούν ακόμα περισσότερα για το τι λογής αριστερά είναι η Μπολιβαριανή του Τσάβες, πόσο αριστερά, τι προοπτικές έχει κλπ. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με την ιστορία.
Για τους συνωμότες της ομάδας του Τσάβες που ονομαζόταν MBR 200 (Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα 200)  η εξέγερση του ‘89 ήταν ένα σοκ γιατί βρέθηκαν ταυτόχρονα σύμμαχοι και αντίπαλοι του εξεγερμένου πλήθους, όπως ο αδερφός του δολοφονημένου συντρόφου του Τσάβες Λουίς Φελίπε Ακόστα Κάρλες (σημερινός στρατηγός) ή ο υπολοχαγός Χεσούς Μανουέλ Ζαμπράνο Μάτα που αφηγείται πώς «έβαλε σε σειρά» τον κόσμο για να λεηλατήσει «με τάξη» ένα εμπορικό κέντρο, αντί να τους διαλύσει βίαια όπως τον έστειλαν να κάνει, ώστε ο κόσμος να παίρνει τρόφιμα και άλλα απαραίτητα χωρίς καταστροφές! (Χαρνέκερ, 2003)
Τα μετέπειτα γεγονότα είναι γνωστά: αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από τον Τσάβες το ‘92 κατά του Αντρές Πέρες, έπειτα εμφάνισή του για δύο λεπτά στην τηλεόραση που καλεί σε παράδοση των όπλων «προς το παρόν»! όμως,  και κερδίζει τη λαϊκή συμπάθεια, έπειτα φυλακή, αποφυλάκιση και συντριπτική νίκη στις εκλογές του 1998. Από τότε κι έπειτα, και μέσα σε 13 χρόνια, έγιναν πέντε δημοψηφίσματα, τέσσερις προεδρικές εκλογές, πέντε βουλευτικές και πέντε περιφερειακές εκλογές. Επιπλέον ηττήθηκε η απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Τσάβες το 2002 που είχε την υποστήριξη όλης της διεθνούς μαφίας των νεοφιλελεύθερων , από τον Αθνάρ μέχρι την Κοντολίζα Ράις. Πρόκειται πράγματι για έναν πολύ ιδιόμορφο «δικτάτορα» αλλά και στρατιωτικό. Και φυσικά η «δικτατορία» του Τσάβες δεν έστειλε ποτέ κανέναν εξορία, δεν έκανε βασανιστήρια ούτε σε αστυνομικά τμήματα ούτε πουθενά, δεν πετούσε από αεροπλάνα τους πολιτικούς αντιφρονούντες, ούτε απαγόρευσε κανένα πολιτικό κόμμα ή συνδικάτο. Μάλιστα έδωσε αμνηστία στους πραξικοπηματίες που προσπάθησαν να τον ανατρέψουν το 2002.
Ο στρατός της Βενεζουέλας αποτελεί αντικείμενο αναλύσεων λόγω των ιδιαιτεροτήτων του της ιστορίας του που έδωσε φαινόμενα ανάλογα, όχι όμοια, με την επανάσταση των γαρυφάλλων της Πορτογαλίας το ‘73. Στρατιωτικοί εισέρχονται στην πολιτική εξουσία όχι για να περιορίσουν τη δημοκρατία αλλά για να τη διευρύνουν.
Ο στρατός της Βενεζουέλας ήταν ένα σχολείο στον εθνικισμό του Σιμόν Μπολίβαρ που παρείχε μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου δίχως ταξικές διακρίσεις σε κοινωνικές ομάδες που δεν είχαν ποτέ πρόσβαση ούτε σε σχολείο, ούτε σε γιατρό, ούτε καν σε κρεβάτι και στέγη. Μέσω των στρατιωτικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του πενήντα οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν σε επαφή με την οικονομική ελίτ, ενώ ταυτοχρόνως οι οργανώσεις ένοπλης αντίστασης και οι αντάρτες μπορούσαν εύκολα να εισχωρήσουν στον κυβερνητικό στρατό. Τη δεκαετία του εβδομήντα τα στρατόπεδα της Βενεζουέλας έβραζαν από πολιτικές ομάδες, συζητήσεις και συνομωσίες κατά του πολιτικού συστήματος, τόσο που δεν είχαν και πολλά να ζηλέψουν από πανεπιστημιακά αμφιθέατρα άλλων χωρών! (Λόπες Μάγια, 2003)
Το MBR 200  και ο υπολοχαγός Τσάβες από το 1983 επιδίωξε συμμαχία με αριστερές οργανώσεις πολιτών και έκανε επαφές με το MAS (Κίνημα για το Σοσιαλισμό), to LCR (Υπόθεση R), που προήλθαν από διάσπαση του ΚΚ Βενεζουέλας. Ηγέτες οργανώσεων της αριστεράς, διανοούμενοι και ακτιβιστές συνεργάστηκαν με τους στρατιωτικούς και αργότερα συμμετείχαν στις κυβερνήσεις.
Παρά τις διασπάσεις, τις διαφωνίες και τα πισωγυρίσματα, παρ’ όλη τη διαφορά απόψεων για το ρόλο της «πρωτοπορίας» και το ποια είναι αυτή, είναι αξιοθαύμαστη η σχέση του κόμματος και των κυβερνήσεων Τσάβες με τις μάζες καθώς και οι δημοκρατικοί θεσμοί που προώθησαν.
Επιπλέον, είναι τρομερά άδικο να παραβλέπουμε τα κοινωνικά επιτεύγματα της «δεκαετίας Τσάβες», τον αλφαβητισμό, τις παροχές υγείας, τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη μέριμνα για λαϊκή στέγη και για τις φτωχογειτονιές, την υποστήριξη σε πειράματα οικονομικής αυτοδιαχείρισης, την υποστήριξη των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων σε όλη τη Λατινική Αμερική, τη βοήθεια στη ρημαγμένη Αϊτή και στη Βολιβία, μέχρι και στις … ΗΠΑ μετά τον τυφώνα Κατρίνα και στο Μπρονξ.
Οι κυβερνήσεις Τσάβες μπορεί να μην απάλλαξαν τη μειονοτική ελίτ  των πλουσίων από το άχθος της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των μέσων παραγωγής του πλούτου, ούτε παρέδωσαν στην πλειονότητα της μάζας πλήρη δικαιώματα αυτοδιάθεσης, όμως στέρησαν από τους καπιταλιστές το εργαλείο του κράτους ως μέσου συνεχούς αύξησης του ποσοστού κέρδους τους σε βάρος των πολλών.
Δεν θα ξεμπερδέψουν εύκολα με την κληρονομιά που αφήνει πίσω του όσοι πολέμησαν τον Τσάβες με λύσσα.

Κρίτων Ηλιόπουλος 7/3/2013

Μικρή Βιβλιογραφία στα Ισπανικά
Margarita Lopez Maya, Venezuela ascenso y gobierno de Hugo Chavez y sus fuerzas bolivarianas, Bogota 2008
Marta Harneker, Militares junto al pueblo, Editores Vadell Hermanos, Caracas, 2003
José Honorio Martínez, Universidad Nacional Autónoma de México, CAUSAS E INTERPRETACIONES DEL CARACAZO, HAOL no 16, Marzo 2008, Mexico.
(BINTEO αγγλικά) Joel Linares on Venezuela's 1989 'Caracazo' Uprising Against Neoliberalism http://www.youtube.com/watch?v=uDZNNPvBsRM


sábado, 7 de abril de 2012

Argentina Αργεντινή 10 χρόνια μετά

Αργεντινή 10 χρόνια μετά
Του Κρίτωνα Ηλιόπουλου (από την εφημερίδα Πριν)
Το γνωστό από την Ελλάδα του 1982 «Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται», είτε ως κατάφαση είτε ως ερώτηση, συνοψίζει ίσως τον προβληματισμό για την Αργεντινή, δέκα χρόνια μετά την εξέγερση και μετά τη μεγαλύτερη παύση πληρωμών (102δις. δολάρια) στην ιστορία των εθνικών οικονομιών.
Οι Γερμανοί τραπεζίτες έχασαν τόσα που ακόμα είναι προβληματικές οι σχέσεις Γερμανίας-Αργεντινής.
Επειδή η εθνική ανάπτυξη της Αργεντινής προχωράει με ρυθμούς 8% περίπου ετησίως, επειδή τα νούμερα ευημερούν, επειδή ο νεοφιλελευθερισμός , η παγκοσμιοποίηση και το χρηματιστικό κεφάλαιο φαίνονται να έχουν ηττηθεί κατά κράτος και από το κράτος, επειδή πολλά δημοκρατικά μέτρα λαμβάνονται συνεχώς (εθνικοποιήσεις, μέσα ενημέρωσης) αξίζει να μελετήσουμε ορισμένες ουσιαστικές λεπτομέρειες.
Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα γεγονότα του 2001 και την απίστευτη καταστολή με τους τριάντα νεκρούς, όμως ας διευκρινιστεί ότι δεν ήταν εξέγερση όσων «δεν έχουν να χάσουν τίποτα παρά μόνο τις αλυσίδες τους». Αυτοί, -οι κολασμένοι- ήταν ήδη στους δρόμους, ήταν στα μπλόκα των εθνικών οδών, ήταν οι λεγόμενοι «πικετέρος» και άπασες οι υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις τους έβριζαν. Στις 19-20 Δεκέμβρη ενώθηκαν με τους καταραμένους όσοι έχασαν τις καταθέσεις τους στις τράπεζες και όσοι έχαναν τους μισθούς τους με τη γενική απαίτηση «κάτω όλοι» και «τα λεφτά μας πίσω» (μάλιστα τα ζητούσαν σε δολάρια και όχι σε υποτιμημένα πέσος).
Δυστυχώς, -λόγω των θυμάτων-, η νίκη της εξέγερσης ήρθε με σύγκρουση, με οδοφράγματα, οι εξεγερμένοι πέρασαν πάνω από τρεις σειρές κάγκελα, πέρασαν έφιππους και μη αστυνομικούς, μπήκαν στο προεδρικό μέγαρο, «κατέλυσαν το κράτος» και «αμαύρωσαν τις διαδηλώσεις». Φυσικά έσπασαν και πολλά τζάμια.
Μετά; Τι έγινε στην οικονομία και τι στην πολιτική; Στην οικονομία άλλοι έχασαν και άλλοι κέρδισαν. Έχασαν τις καταθέσεις τους πολλοί μικροκαταθέτες, συνταξιούχοι μιας καλύτερης εποχής. Ακόμα εκκρεμούν δεκάδες χιλιάδες δίκες κατά των τραπεζών από καταθέτες. Έγινε διάσημος τις μέρες εκείνες ο συνταξιούχος Norberto Roglich που κατάφερε να πάρει 22.000 δολάρια μιας προθεσμιακής του κατάθεσης. Χώθηκε στα γραφεία της τράπεζας και απείλησε να ρίξει χειροβομβίδα! Οι άλλοι τα έπαιρναν λίγα-λίγα ή καθόλου, και η πρώτη ισοτιμία του νομίσματος ήταν 1,4 πέσος προς ένα δολάριο, μια υποτίμηση 40%. (Σήμερα 1 δολάριο ισοδυναμεί με 4 πέσος).
Κέρδισαν όσοι είχαν χρέη σε δολάρια και κατάφεραν να τα πληρώσουν σε πέσος, όπως για παράδειγμα μια μικροεπιχειρηματίας που είχε ένα δάνειο 40.000 δολαρίων που τελικά το αποπλήρωσε με 6000 δολάρια που είχε στην τσέπη της τη μέρα της υποτίμησης.
Στην πολιτική, -αφού έπεσαν άλλοι 4 πρόεδροι(δεν είναι λάθος, έπεσαν άλλοι ΤΕΣΣΕΡΙΣ πρόεδροι)- έγινε εθνοσυνέλευση που κατέληξε σε προσωρινό πρόεδρο, τον Ντουάλδε. Όλο το 2002 ο κόσμος ήταν στους δρόμους και δημιουργήθηκε ένα τρομερό μαζικό κίνημα με πολλές και ποικίλες εμπειρίες. Η μεγάλη καταστολή στη γέφυρα Πουεϊρεδόν, με τους δύο νεκρούς, τον Μάξι και τον Νταρίο όπως έμειναν στην ιστορία με τα μικρά τους ονόματα, έφερε σημαντικές αλλαγές, υποχώρηση και νέα ριζοσπαστικοποίηση, έκλεισε έναν κύκλο κι άνοιξε άλλον.
Στο κίνημα συγκλίνουν τρία ρεύματα, αυτό της αριστεράς με μαρξιστική παράδοση, το εθνικό πατριωτικό ρεύμα του επίσης παραδοσιακού «περονισμού» και τέλος όσοι αυτοπροσδιορίζονται με τον όρο «αυτονομία», όπου εντάσσονται όχι αποκλειστικά αναρχικές τάσεις αλλά κάθε λογής πειράματα αυτοοργάνωσης που δεν συναρτώνται με γενικούς πολιτικούς στόχους παρά μόνο ντε φάκτο. Ωστόσο τα τρία ρεύματα δεν είναι ανταγωνιστικά, δεν υπάρχουν καν στεγανά μεταξύ τους και οι συγκλίσεις ή μετατοπίσεις που συμβαίνουν είναι εντυπωσιακές.
Ποια είναι η συνέχεια τα επόμενα 8-9 χρόνια που κυβερνάει ο «Κιρτσνερισμός», δηλαδή η τάση που εκφράζει ο Νέστωρ Κίρτσνερ (που πέθανε) και η γυναίκα του Χριστίνα Φερνάντες;
Οικονομικά συνθήματα της αριστεράς γίνονται πράξη από μια καπιταλιστική οικονομία. Παράδοξο κι όμως αληθινό. Να που γίνονται κρατικοποιήσεις και αυτοδύναμη εθνική ανάπτυξη παρόλο τον ‘ίμπεριαλισμό, τελευταίο στάδιο κλπ», παρόλη την παγκοσμοποίηση, τις διεθνείς πιέσεις και τη «χρηματοπιστωτική σφαίρα». Η ανεργία μειώνεται δραστικά, οι μισθοί ανεβαίνουν, οι κρατικές παροχές βελτιώνονται, τα ταμεία συντάξεων επανακρατικοποιούνται, ο «Εθνικός αερομεταφορέας» το ίδιο (τις Aerolineas Argentinas είχε αγοράσει η ισπανική Marsans). Η ατμομηχανή της ανάπτυξης είναι ο πρωτογενής τομέας και κυρίως η σόγια. Με τις τιμές της σόγιας στα ύψη (και άλλων πρώτων υλών, όπως μεταλλεύματα), αρχίζει ένας νέος διαφορετικός κύκλος συσσώρευσης και τεράστιες περιουσίες δημιουργούνται. Οι «βαρόνοι της σόγιας» φέρνουν εθνική υπερηφάνεια στην Αργεντινή ,αφθονία δολαρίων, απαλλαγή από την «εξάρτηση», το ΔΝΤ και άλλα φαντάσματα. Με την εθνική υπηρηφάνεια, τις νέες θέσεις εργασίας και την βελτίωση των εσόδων τους, οι «από κάτω» δεν σκοτίζονται ιδιαίτερα για την καταστροφή της υπαίθρου και των ανθρώπων της από τη μονοκαλλιέργεια και τα φυτοφάρμακα, ούτε για την απίστευτη άνοδο της τιμής ορισμένων τροφίμων, όπως λχ του κρέατος, παραδοσιακά φτηνό στην κτηνοτροφική Αργεντινή. Και οι αγωνιστές που έβλεπαν την εθνική οικονομική ανάπτυξη ως δρόμο προς την κοινωνική δικαιοσύνη, στέκουν τώρα αμήχανοι.
Όταν το 2009 η Χριστίνα Φερνάντες προσπάθησε να βάλει μεγαλύτερο φόρο στις εξαγωγές σόγιας, οι παραγωγοί εξεγέρθηκαν. Μια πολύ αστεία φωτογραφία έκανε το γύρω του κόσμου, όπου μια μεσόκοπη καλοντυμένη κυρία διαδηλώνει κρατώντας αγκαζέ την υπηρέτριά της, που φοράει ποδιά υπηρέτριας και χτυπάει την κατσαρόλα αντί για την κυρία. Μετά τη σύγκρουση με τους παραγωγούς η Χριστίνα έβαλε στο τσεπάκι της άλλο ένα 10-20% των ψήφων. Κι αν προσθέσουμε την πολιτική για διώξεις και καταδίκη των βασανιστών και των ενόχων της δικτατορίας, έχουμε τη σαρωτική κυριαρχία του «Κιρτσνερισμού» στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η ακαταπόνητη Εμπέ δε Μποναφίνι, ιστορική μορφή των Μητέρων της Πλατείας του Μαΐου, είναι πλέον με την κυβέρνηση. Ο Κιρτσνερισμός συσπείρωσε όλο το εθνικοπατριωτικό ρεύμα, εξουδετέρωσε την κλασική αριστερά και επιχειρεί (αποτελεσματικά πολλές φορές) να εξαγοράσει το ρεύμα της αυτονομίας και της αυτοοργάνωσης με παροχές και υποσχέσεις. «Σε ξένο άλογο αν ανεβείς, γρήγορα θα κατεβείς» και η αριστερά που εκ των πραγμάτων ταυτίστηκε με το έθνος-κράτος τώρα μπορεί μόνο να λέει «ναι μεν αλλά» και «υπό άλλους όρους και προϋποθέσεις…», καταδικασμένη στην αναξιοπιστία.
Εκμετάλλευση Made in Argentina.
Αυτές τις μέρες συζητιέται ένα νομοσχέδιο που βάζει περιορισμούς στην αγορά γης από μη Αργεντινούς. Η Silvia Lilian Ferro, ειδικός στο ζήτημα, λέει: “Στη συζήτηση για τη συγκέντρωση γης και τον εκδημοκρατισμό της γαιοκτησίας θα έπρεπε να περιληφθεί διάταξη που να περιορίζει την έκταση που μπορούν ν' αγοράσουν ιδιώτες συμπατριώτες μας, (...) είναι ο μόνος τρόπος να μπει φρένο στη συγκέντρωση της γης που είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου “Made in Argentina”. Εκτός από τη γαιοκτησία, σήμερα πολλοί διαπιστώνουν ότι η κοινωνική ανισότητα δεν ήταν επιβαλλόμενη από το ΔΝΤ και το εξωτερικό χρέος, αλλά η εκμετάλλευση λειτουργεί και χωρίς ξένους. Το ποσοστό των μισθών στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν το 1993 ήταν στο 44%, έπεσε στο 26% το 2003. Σήμερα ανέβηκε αλλά πάλι δεν ξεπερνά το 40%. Ο τίτλος πρόσφατης οικονομικής έκθεσης λέει επί λέξη: «Οι μισθωτοί χάνουν έδαφος στην συγκομιδή του πλούτου». Και θα χρειαζόταν άλλο άρθρο για να επεκταθούμε στα προβλήματα εξαθλίωσης ιθαγενικών και αγροτικών πληθυσμών, την καταστροφή ανθρώπων στις παραγκογειτονιές και άλλα παρεπόμενα της εθνικής ανάπτυξης.
Τα δυο πιο σημαντικά οφέλη της εξέγερσης
Το ένα είναι οι λαϊκές συνελεύσεις και το άλλο είναι τα επανοικειοπημένα εργοστάσια που σήμερα είναι 280 σε όλη την Αργεντινή.
Οι λαϊκές συνελεύσεις γειτονιάς, μια αμεσοδημοκρατική, αδιαμεσολάβητη κινηματική διαδικασία που γεννήθηκε τις μέρες του 2001, μπορεί να μην έφερε τη μεγάλη ανατροπή όμως αναπτύχθηκαν κοινωνικοί δεσμοί και κινητικότητα που γέννησαν δεκάδες χιλιάδες οργανώσεις οι οποίες έλυσαν προβλήματα διαβίωσης, επικοινωνίας, μάθησης, κουλτούρας, οργανώσεις που εξέφρασαν τη νέα ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας και των καταπιεσμένων με αληθινά αποτελέσματα και μεγάλη διάρκεια.
Ακόμα σπουδαιότερο όφελος αποτελεί η εμπειρία της κατάληψης εργοστασίων που έκλειναν από τους εργάτες και η επαναλειτουργία τους χωρίς αφεντικό. Η διαδικασία κατάληψης, η οργάνωση της παραγωγής και της διακίνησης, οι σχέσεις με την αγορά και άλλα ανάλογα θέματα προσφέρουν πολλά στη συζήτηση για μια άλλη μη καπιταλιστική κοινωνία. Σε ένα πρόσφατο ρεπορτάζ μιας εφημερίδας του κινήματος, οι εργάτες σ’ ένα εργοστάσιο υποστηρίζουν ότι πέτυχαν επειδή εξάλειψαν το «κόστος του αφεντικού», όπως ακριβώς τα αφεντικά προσπαθούν να μειώσουν το «εργατικό κόστος». Το λογοπαίγνιο «κόστος αφεντικού» δεν περιγράφει μόνο τα προσωπικά έσοδα του ιδιοκτήτη αλλά όλο το κόστος του μηχανισμού μετατροπής του υπερπροϊόντος σε κεφάλαιο και της αναπαραγωγής του. Επιπλέον απέδειξαν ότι μια μονάδα παραγωγής μπορεί να λειτουργεί με συνελεύσεις καταργώντας την ιεραρχική δομή. Ασχέτως αν κερδίζουν λίγα ή πολλά, νιώθουν καλύτερα μέσα στο χώρο δουλειάς τους όταν δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούν σε διαταγές. (στοιχεία από συνεντεύξεις της συλλογικότητας Lavaca).
Όλη αυτή η κινητικότητα δεν είναι εύκολο ούτε να κατασταλεί ούτε να ενσωματωθεί.
Κρίτων Ηλιόπουλος 21/12/2011

terça-feira, 29 de março de 2011

εθνικισμός-Nacionalismo

Διακόσια χρόνια αμερικάνικα έθνη – Ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά.


Στην πρόσφατη διάσωση των μεταλλορύχων στη Χιλή είδαμε τόσες φορές τη χιλιάνικη σημαία, ακούσαμε να επαναλαμβάνεται τόσες φορές το “Ζήτω η Χιλή, γαμώτο” (“Viva Chile mierda”) που βροντοφώναξε ο πρόεδρος Πινιέιρα στις κάμερες, όσο και πρωτύτερα στο μουντιάλ ή στο σεισμό. Τόσο που αγανάκτησε μέχρι και η ανταποκρίτρια του BBC Cecilia Barria κι έγραψε για “έκρηξη του εθνικισμού στη Χιλή και την αποσιώπηση των απαράδεκτων συνθηκών εργασίας στα ορυχεία”. Και επακολούθησε η περίφημη τηλεοπτική εικόνα που έκανε το γύρω του κόσμου, όπου ο μεγαλοεπιχειρηματίας Χιλιάνος πρόεδρος αγκαλιάζει έναν-έναν τους μεταλλορύχους που βγαίνουν από το ορυχείο. Μ' άλλα λόγια “Ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά” όπως εύστοχα έγραψε η Μαριάνα Τζιαντζή. Αλλά ακριβώς το ίδιο συμβαίνει όταν στο Μεξικό οι Μεξικανοί “πρέπει” να είναι περήφανοι γιατί είναι Μεξικανοί, όταν τιμούν εξίσου τον κατακτητή Κορτές και τον ιθαγενή Κουαουτέμοκ.

Το 2010 αρκετά κράτη της Λατινικής Αμερικής γιόρτασαν τα 200 χρόνια της “ανεξαρτησίας” τους
ή αλλιώς της ύπαρξής τους: Μεξικό, Αργεντινή, Βολιβία, Εκουαδόρ, Χιλή, Κολομβία, Παραγουάη και Βενεζουέλα.
Η κυβέρνηση του Καλδερόν στο Μεξικό μοίρασε εκατομμύρια σε “φίλους” για τη φιέστα της πατρίδας, μιας πατρίδας που έχει χιλιάδες στρατιώτες σε θέσεις μάχης στραμμένες στο εσωτερικό της, σ' έναν πόλεμο κατά των φτωχών στο όνομα του πολέμου κατά των ναρκωτικών.
Στην Κολομβία τα μαθήματα πατριδογνωσίας και εθνικής διαπαιδαγώγησης συνέπεσαν με μάχες στο εσωτερικό και με διαχωρισμό σε “κολομβιανούς” από τη μια και σε “τρομοκράτες” από την άλλη.
Στη Βολιβία γιορτάστηκαν δύο “εθνικές” επέτειοι, μία της κυβέρνησης Μοράλες που τόνιζε το ρόλο της ιθαγενικής εξέγερσης στην ανεξαρτησία (αμφίβολη ή τουλάχιστον υπερβολική) και μία των ηγετών της “λευκής” Βολιβίας που γιόρταζε τη δική της εξουσία.
Στην Αργεντινή η Κριστίνα Φερνάντες θύμισε ότι πριν από 100 χρόνια η επέτειος δεν ήταν καθόλου “εθνική”, αφού η χώρα ήταν “σε κατάσταση πολιορκίας, όπου οι μετανάστες που ήρθαν από την Ευρώπη να βρουν δουλειά είχαν φέρει αναρχικές και σοσιαλιστικές ιδέες και ο γιορτασμός έγινε σε κατάσταση πολιορκίας και με καταστολή των συνδικαλιστών”. Με άλλα λόγια μας είπε να είμαστε ευχαριστημένοι που σήμερα δεν δολοφονούνται συνδικαλιστές, κάτι που θα αποδεικνυόταν γελοίο σε λίγες μέρες με τη δολοφονία στην απεργία των σιδηροδρόμων.

Δεν έλειψαν οι κριτικές. Πολλοί αναρρωτήθηκαν αν υπάρχει πραγματική ανεξαρτησία, μίλησαν για κυριαρχία των ΗΠΑ, για τις ξένες τράπεζες, το διεθνές κεφάλαιο, το ΔΝΤ και τον Ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Δεν είναι συγκυριακό. Οι καταπιεσμένες τάξεις και όσοι μάχονται για κοινωνική δικαιοσύνη σ' αυτά τα 200 χρόνια διεκδικούν εθνική ανεξαρτησία. Με ποικίλες διατυπώσεις κυριαρχούσε στο λόγο της αριστεράς: Ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση, εθνική απελευθέρωση, αντιιμπεριαλισμός, αντίσταση στη νεοαποικιοκρατία.

Η νέα οικονομική κατάσταση τα τελευταία 20 χρόνια, οι νέες πολιτικές συνθήκες χωρίς στρατιωτικές δικτατορίες και η ανάπτυξη νέων κονωνικών κινημάτων, επανατοποθετούν το ζήτημα του έθνους στη Λατινική Αμερική.
Ιδιατέρως όταν οι εξελίξεις ακυρώνουν την υπόσχεση του έθνους για ισονομία και ισοπολιτεία ξαναβγάζοντας στο προσκήνιο ταξικές και άλλες κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό των κρατών, όταν εξαλείφουν τις ελπίδες των αδικημένων ότι το έθνος-κράτος μπορεί να αποτελέσει καταφύγιο προστασίας από τον ιμπεριαλισμό ή την παγκοσμιοποίηση.
Τα σύνορα μεταξύ “ξένου” και “δικού” χαράσσονται ξανά. Κοινωνικές ομάδες αναθεωρούν την κοινωνική τους ένταξη. Η διανόηση ξανασυζητά για το έθνος και τον εθνικισμό, για τις ταυτότητες.
Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκυρία αποκαλύπτει μια αμφισβήτηση της “φύσης” του έθνους-κράτους, κλονίζει το υπάρχον κοινωνικό συμβόλαιο της ισορροπίας, καταστρέφει κοινωνικές ταυτότητες, πεποιθήσεις, συνείδηση. Σ' αυτό το πλαίσιο, επίσης μπορεί να τεκμηριωθεί το αδιέξοδο του εθνικιστικού λόγου της αριστεράς και των κινημάτων των “από κάτω”.

Πώς διαμορφώθηκαν τα έθνη στη Λατινική Αμερική
Η δημιουργία αυτών των εθνών δεν ήταν αποτέλεσμα αγώνα των καταπιεσμένων μαζών, δεν επέφερε ριζική ανατροπή στις σχέσεις εξουσίας και οικονομίας, ούτε σήμανε την κατάληψη της εξουσίας από τους κοινωνικά αδικημένους, τους άκληρους, τους ιθαγενείς, τους μαύρους σκλάβους.
Λέει ο Μαριάτεγκι: “...Η επανάσταση στο Περού δεν εκπροσωπούσε την άνοδο στην εξουσία μιας νέας άρχουσας τάξης(...). Η φεουδαρχική αριστοκρατία της αποικιοκρατίας, ήδη κυρία της εξουσίας, διατήρησε ακέραια τα φεουδαρχικά της δικαιώματα πάνω στη γη, και κατά συνέπεια, πάνω στον Ινδιάνο.”1

Οι κοινωνικές ελίτ της ηπείρου αυτονομήθηκαν από Ισπανία και Πορτογαλία χωρίς ουσιαστική ρήξη με το προηγούμενο οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς. Η εθνική κατάτμηση, εκτός από οικονομικές αιτίες (προστατευτισμός), επιταχύνθηκε λόγω κινδύνου συγκρούσεων και εξεγέρσεων, όπως δείχνει ο Αλεχάντρο Γκονσάλες, σ'ένα άρθρο με τίτλο “Αναποδογυρίζοντας την ομελέτα. Ο φόβος της λαϊκής εξέγερσης.2 Και εξηγεί: “Η περίπτωση του Μεξικού δείχνει σαφώς ότι οι πληβείοι έβλεπαν τους κρεολούς ως εχθρούς τους. Η εξέγερση (...) άνοιξε τις πύλες του λαϊκού μίσους και έδειξε καθαρά στην ελίτ των κρεολών ότι έπρεπε να περιμένουν λαϊκή ανατροπή. Αμέσως μετά την ήττα του Ιδάλγο και του Μορέλος η ελίτ των κρεολών, με τον Ιτουρμπίδε επικεφαλής, εντάσσεται στο σχέδιο ανεξαρτησίας”

Μολονότι η εθνική συγκρότηση αυτών των χωρών στηρίχτηκε στον ευρωπαϊκό εθνικισμό, δεν είχε ανάλογα χαρακτηριστικά. Η εισβολή του Ναπολέοντα στην Ιβηρική αποτελεί ευκαιρία αυτονόμησης των κρεολών από τους βασιλιάδες τους, χωρίς όμως καμία “ναπολεόντια” θεσμική μεταρρύθμιση. Λέει ο Μαριάτεγκι: ...ο λατιφουντίστας είναι ένας φεουδαρχικός άρχοντας. Μπροστά στην εξουσία του, σταθεροποιημένη από τον περίγυρο και τη συνήθεια, ατονεί ο γραπτός νόμος. Η απλήρωτη εργασία απαγορεύεται από το νόμο αλλά παρόλα αυτά η απλήρωτη εργασία, ακόμα και η καταναγκαστική εργασία, υπάρχουν ακόμα... Ο δικαστής, ο χωροφύλακας, ο αστυνόμος, ο δάσκαλος, ο φοροεισπράκτορας είναι υποταγμένοι στους μεγαλοκτηματίες. Ο νόμος δεν μπορεί να υπερισχύσει ενάντια στους τοπικούς άρχοντες. Ο λειτουργός που θα επέμενε στην εφαρμογή του νόμου θα εγκαταλειπόταν και θα θυσιαζόταν από την κεντρική εξουσία...” 3οπ, σελ 60
Συνεπώς η ιδιόμορφη κατάσταση οδηγεί σε 'εθνικούς' αγώνες τόσο τις καταπιεσμένες τάξεις όσο και μέρος των ηγεμονικών τάξεων που προστατεύουν τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Στον 20ο αι. ο εθνικισμός έγινε αιτία σύγχυσης. Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ανέλαβαν να “ολοκληρώσουν” τον αγώνα της ανεξαρτησίας που άφησε ημιτελή η “υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό” αστική τάξη. Επί 200 χρόνια συγκρούονται οι “φιλελεύθεροι” (liberales) με τους “εθνικιστές” (nacionalistas). Ενώ στην Ευρώπη ο “εθνικιστής” είναι ο ακροδεξιός, ο φασίστας ή ο ναζιστής στη Λατινική Αμερική ο εθνικισμός είναι “προσόν” της αριστεράς. Η λέξη “nacionalismo” (εθνικισμός) παραπέμπει στον πατριωτικό αγώνα κατά της αποικοκρατίας, της “νέο-αποικιοκρατίας” και του “ιμπεριαλισμού”. Μετά το 1950 οι θεωρίες της “νεο-αποικοκρατίας” , οι αναλύσεις περί καταπίεσης “αδύναμων” εθνών από “ισχυρά”, περί “κέντρου-περιφέρειας”, περί “ανυπαρξίας” εθνικών συμφερόντων της αστικής τάξης ήταν κυρίαρχες σε όλες τις τάσεις της αριστεράς.
Εύκολα αποδεικνύεται ότι οι κυρίαρχοι “έπαιζαν” με τον αριστερό εθνικισμό και τον διαχειρίζονταν πάντα προς όφελός τους. Ας δούμε την εποχή του Λάσαρο Κάρδενας, του Περόν, του Ζετούλιο Βάργκας μέχρι τις στρατιωτικές δικτατορίες, του Πινοτσέτ (που διατήρησε εθνικοποιημένο το χαλκό προς “ίδιον” όφελος), των Βραζιλιάνων και του στρατηγού Γκαλτιέρι στην Αργεντινή με την “αντιιμπεριαλιστική” του απόβαση στις Μαλβίνες.
Αλλά και στην οικονομία οι εθνικιστικές διεκδικήσεις της αριστεράς πραγματώνονται περιέργως από “αμερικανόδουλες” στρατιωτικές κυβερνήσεις. Λέει ο Chico de Oliveira4 «Αυτό που έκανε η δικτατορία ήταν κάτι που ούτε ο πιο ονειροπαρμένος εθνικιστής δεν θα σκεφτόταν τη δεκαετία του 1950. Ανέβασαν την κρατική παρέμβαση σε επίπεδα που ούτε στα όνειρά του δεν θα φανταζόταν ο Σέλσο Φουρτάδο5.”
Η δεξιά βραζιλιάνικη εφημερίδα Φόλια αναφέρει ένα ανέκδοτο για τον εθνικισμό της βραζιλιάνικης δικτατορίας:
“Λένε μια ιστορία για τον μακαρίτη Μάριο-Ενρίκε Σιμόνσεν, όταν ήταν υπουργός οικονομικών τη στρατιωτική περίοδο(sic)
Την εποχή εκείνη, οι καλπάζουσες βιομηχανίες σιδήρου των ΗΠΑ ζήτησαν από το Κογκρέσο την επιβολή υπερβολικού δασμού στο εισαγόμενο από Βραζιλία χάλυβα. Την εποχή εκείνη ο Σιμόνσεν είχε εξαιρετική φιλία με τον ανταποκριτή μιας μεγάλης εφημερίδας των ΗΠΑ και είχε προγραμματισμένη μια συνέντευξη μαζί του λίγες μέρες αργότερα. Με επιδεικτικό τρόπο άφησε πάνω στο τραπέζι ένα “διάταγμα” του υπουργείου Οικονομικών που επέβαλλε έναν επιπλέον δασμό περίπου 200% σε όλες τις ταινίες του Χόλυγουντ. Σε μια δεδομένη στιγμή, συμφωνημένη από πριν, η γραμματέας του τον φώναξε να του πει κάτι έξω από το γραφείο του. Μερικές μέρες αργότερα το λόμπι των Αμερικάνικων Σιδηροβιομηχάνων είχε ηττηθεί.”
Δεν έχει σημασία αν η ιστορία είναι αληθινή ή επινοημένη. Και μόνο ότι την αφηγούνται οι Δεξιοί και οι υπερασπιστές της δικτατορίας προκειμένου να κάνουν κριτική στην... “ενδοτική” πολιτική και να απαιτήσουν πιο 'εθνική' στάση, δείχνει την ύπαρξη σθεναρής ομάδας ισχυρών καπιταλιστών που επιδιώκουν την αξιοποίηση εθνικιστικών μεθόδων και δεν είναι “υποταγμένες στον ιμπεριαλισμό”.
Σε κάθε περίπτωση τελικά, με την ενδυνάμωση της εθνικής συνείδησης ενισχυόταν η ηγεμονία των ομάδων που είχαν και έχουν την εξουσία. Κάθε φορά που υψώνεται η σημαία του έθνους, είτε σε ποδοσφαιρικό αγώνα είτε σε αντιιμπεριαλιστική διαδήλωση, ενισχυμένη βγαίνει η εθνική εξουσία και όχι οι καταπιεσμένοι.

Τα “εθνικά” ζητήματα που ανακύπτουν σήμερα στη Λατινική Αμερική είναι ποικίλα.
Είναι διαμάχες μεταξύ κρατών, όπως Ουρουγουάη-Αργεντινή για τις χαρτοβιομηχανίες ή Κολομβία-Εκουαδόρ. Επίσης εκφράζονται στην οικονομία όπως μεταξύ Βραζιλίας-Βολιβίας. Λέει ο Chico de Oliveira6 για τη Βραζιλία: “Δεν μπορείς να έχεις το 15% του ΑΕΠ της Βολιβίας, -όπως έχει σήμερα η Petrobras7- και να μην είσαι ιμπεριαλιστής”
Τέλος εκφράζονται στο εσωτερικό της επικράτειας των εθνών-κρατών με αντιθέσεις και συγκρούσεις κοινωνικών ομάδων. Ένας λόγος που βγαίνει πάλι στο προσκήνιο το “εθνικό” πρόβλημα είναι η πρωτοφανής ανάπτυξη ιθαγενικών κινημάτων την τελευταία εικοσαετία. Επανέρχεται η διαμάχη “έθνος” κατά “ιθαγενών” ή το αντίστροφο.
Για την πολιτική και την ιδεολογία της αριστεράς το αγκάθι δεν είναι μικρό, εφόσον πλέον η “αυτοδιάθεση”, η “ανεξαρτησία” και η “αυτονομία” δεν είναι αποκλειστικά συνθήματα των αριστερών. Για ποιο λόγο είναι θεμιτό να υποστηρίζει η αριστερά την “αυτονομία” στην Τσιάπας στο Μεξικό αλλά όχι και την “αυτονομία” στη Σάντα Κρους στη Βολιβία; Ας θυμηθούμε το επιχείρημα της χούντας στην Ονδούρα για “εθνική ανεξαρτησία” και να μην ανακατεύονται οι “ιμπεριαλιστές”(!!!).
Εάν πρέπει να προστατευτεί το “έθνος” από τους “ξένους” και μιλάμε με “εθνικούς” τίτλους τότε τι θέση πρέπει να πάρει ο Βραζιλιάνος και ο Αργεντινός που απειλείται με αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου λόγω των διεκδικήσεων των Βολιβιάνων για αύξηση των εσόδων τους από τις εξαγωγές φυσικού αερίου; Για ποιον Βραζιλιάνο, ποιον Αργεντινό και ποιον Βολιβιανό μιλάμε;
Στο κάτω-κάτω γιατί η Ουρουγουάη δικαιούται ν’ αποτελεί διαφορετικό έθνος από την Αργεντινή, εφόσον αποσπάστηκε με απόφαση της Αγγλικής αποικιοκρατίας; Γιατί να μην την διεκδικεί η Αργεντινή όπως διεκδικεί τις Μαλβίνες;
Μπορούν οι καταπιεσμένες τάξεις να μιλούν σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για την οικονομία “μας”; Ας δούμε ένα παράδειγμα από συνέντευξη του θεωρητικού ηγέτη του κινήματος MST, Στέντιλε: “Ερώτηση : Η κυβέρνηση Λούλα εργάστηκε εντατικά για να επιτευχθεί συμφωνία στην Ντόχα. Εάν υπήρχε συμφωνία ποιές θα ήταν οι επιπτώσεις για τη γεωργία και για ένα εθνικό πρόγραμμα ανάπτυξης;
Στέντιλε: Ευτυχώς που ηττήθηκε η Βραζιλία, διότι η βραζιλιάνικη πρόταση ήταν ν' ανοίξει ακόμα περισσότερο η βραζιλιάνικη αγορά για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες. Και σε αντάλλαγμα, θα μπορούσαμε να αυξήσουμε τις εξαγωγές αγροτικών πρώτων υλών στην Ευρώπη. Δηλαδή, η πρόταση ήταν η επαναποικιοποίηση της οικονομίας μας.”8 (υπογραμμίσεις δικές μου)
Και οι ιθαγενείς; Τι γίνεται με τους Μαπούτσε στη Χιλή ή με φυλές στα σύνορα χωρών; Πρέπει να αποτελούν μέρος του έθνους, να υπόκεινται στη νομοθεσία του, να ψηφίζουν, να έχουν σχολεία και να βλέπουν τη γη τους να γίνεται ξυλεία ή εργοστάσια και τα ποτάμια τους να πεθαίνουν; Πρέπει οι ιθαγενείς να φτιάξουν τα δικά τους έθνη-κράτη; Ποια νομική, θεσμική υπόσταση και οικονομική βάση μπορεί να έχει η ιθαγενική αυτονομία και τι λογής εξουσία; Ποια η σχέση της με τους “άλλους;”
Σήμερα αρχίζουν να εμφανίζονται θεωρητικές απόψεις για υπέρβαση του παραδείγματος του “έθνους-κράτους” στη Λατινική Αμερική από θεσμική-νομική σκοπιά. Ορισμένοι μιλούν για “Πολιτικά δικαιώματα χωρίς Εθνικότητα” (“Ciudadania sin Nacion”9) άλλοι για την “Επανεφεύρεση του Κράτους και το Πολυεθνικό Κράτος” όπως ο Boaventura de Sousa Santos10.
Για τον Boaventura de Sousa Santos (2007), “η ιδέα της πολυεθνικότητας θέτει την κοινωνική αλλαγή σημασιοδότησης στην έννοια του φιλελεύθερου έθνους ώστε να ξεπεραστεί η ασύμμετρη σχέση μεταξύ Κράτους, Έθνους και Εθνοτήτων .. .
Ξέρουμε ότι τα Κράτη επινόησαν την άποψη για εθνική εκπροσώπηση ώστε να παραγκωνίσουν ιεραρχικά τις ποικίλες υπάρχουσες εθνικές ταυτότητες στη γεωγραφική επικράτεια, ώστε να ενισχυθεί η πολιτική αυτοκυριαρχία για τη νομιμοποίηση της εδαφικής ενοποίησης και η παγκοσμιοποίηση του στάτους του πολίτη.”11.
Επίσης αρχίζει ν' αναπτύσσεται προβληματισμός για το οικονομικό μοντέλο της αυτονομίας των καταπιεσμένων τάξεων, όπως οι μελέτες του MST για Διατροφική Αυτοκυριαρχία, (άρθρο σε Αλάνα τ10.)
Το κείμενο αυτό αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης μελέτης για το έθνος και τον εθνικισμό στη Λατινική Αμερική, με άξονα τη θέση ότι ουσιαστική συνιστώσα της ήττας των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών ιδεών τον 20ο αιώνα ήταν η μη διαμόρφωση άλλης κοινωνικής ταυτότητας, διαφορετικής από την εθνική συνείδηση, με αποτέλεσμα τον περιορισμό σκέψης και δράσης στον 'εθνικό' κλωβό και την επακόλουθη συσκότιση της ανάγκης για αλλαγή τρόπου παραγωγής, κατανάλωσης, πολιτικής οργάνωσης και ζωής σε τελευταία ανάλυση.
Κρίτων Ηλιόπουλος, Δεκέμβρης 2010, KRITON ILIOPOULOS revista ALANA

sábado, 27 de março de 2010

Brasis

Οι Βραζιλίες στον άγριο καπιταλισμό που καλπάζει πάνω σε ερείπια ανθρώπων.


Ο επισκέπτης της Βραζιλίας σοκάρεται βλέποντας απίστευτη φτώχεια. Το ίδιο δείχνουν πολλές ταινίες και βιβλία. Όμως κάτι που δεν φαίνεται με πρώτη ματιά, ούτε αποτελεί συχνό θέμα της τέχνης και της δημοσιογραφίας, είναι ο απίστευτος πλούτος που παράγεται αναπαράγοντας την τόσο συγκλονιστική φτώχεια.

Η δικτατορία της Βραζιλίας είχε δύο συνθήματα ιδιαιτέρως...“εμπνευσμένα”: το “Μπροστά, Βραζιλία!” και “Σ' όποιον δεν του αρέσει να φύγει”.
Η Βραζιλία ανήκει σε ορισμένους που καλλιεργούν αυτή την ιδέα προόδου μαζί με το αίσθημα κατοχής που αποκλείει. Από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα που διάφοροι “δείκτες” εντυπωσιάζουν: 9,5% οικονομική αύξηση, 10η βιομηχανική δύναμη στον κόσμο, υπερεπάρκεια σε ενέργεια και πετρέλαιο, από τα μεγαλύτερα πλεονάσματα εξωτερικού εμπορίου, τέταρτη δύναμη σε μεταλλεύματα, τεράστια αποθέματα πρώτων υλών, άφθονη και πάμφθηνη εργατική δύναμη. Το τέλος της διακυβέρνησης Λούλα συμπίπτει με μέρες δόξας. Θα είναι πρώτη χώρα στη Λατινική Αμερική που θα φιλοξενήσει ολυμπιακούς αγώνες το 2016. Το 2014 το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου.

Υπάρχουν πολλές Βραζιλίες. Τα ΜΜΕ, οργανισμοί, στατιστικές υπηρεσίες κλπ χωρίζουν τη Βραζιλία σε 5 τάξεις που τις ονομάζουν Α,B,C,D,E.
Η πρώτη-πρώτη Βραζιλία είναι 19 εκατομμύρια (10,42% του πληθυσμού) που διαθέτουν το 44 % του «εθνικού» εισοδήματος.
Στις μεγάλες εταιρείες του Σάο Πάουλο, ο μισθός ενός διευθυντή κυμαίνεται από 15400 μέχρι 23000 δολάρια!! (αυτή η ελίτ είναι περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι, από τα 190 συνολικά). Πολύς πλούτος για λίγους. Εντελώς συγκεκριμένες εταιρείες (και άνθρωποι) κατέχουν κυριολεκτικά τη Βραζιλία. Είναι αλήθεια ότι στα χρόνια της προεδρίας του πρώην μεταλλεργάτη συνδικαλιστή Λούλα αυξήθηκε η μεσαία τάξη, η C. Ενώ το 2003 αποτελούσε το 37,56 % έφτασε στο 49.22 % και διαθέτει το 46 % του εισοδήματος. Επίσης είναι αλήθεια ότι με τη συγχώνευση δύο εταιρειών (Aracruz-Votorantim) φτιάχτηκε η μεγαλύτερη στον κόσμο εταιρεία χαρτιού, ο κυριότερος καταστροφές γης μέσω των ευκαλύπτων και απηνής διώκτης των Ακτημόνων Εργατών Γης του MST που διεκδικούν γη για τη διατροφή τους. Σήμερα η μία Βραζιλία δανείζει το ΔΝΤ αντί να δανείζεται, ενώ ‘δεν έχει’ χρήματα για δημόσια σχολεία.

Μια διαφορετική Βραζιλία 70 εκατομμυρίων ζει στην απόλυτη φτώχεια, ενώ 30 εκατομμύρια βρίσκονται στον πάτο, στην τάξη Ε, και μοιράζονται μόλις το 2% του εθνικού εισοδήματος.

Υπάρχουν κι άλλες Βραζιλίες. Η Βραζιλία των ιθαγενών που τους σφάζουν οι καταπατητές για να παράγουν ‘πρόοδο’ με σόγια, ρύζι, ζάχαρη, ευκάλυπτο ή ενέργεια. Η πείνα στα Βορειοδυτικά, η Βραζιλία των παραγκουπόλεων είναι άλλος πλανήτης και άλλος οι κάτοικοι στις παρόχθιες ζώνες που πνίγονται από τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ανάπτυξης.
Το ηγεμονικό 10% αδυνατεί να πετύχει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να αυξάνει τα πλούτη του και να δημιουργήσει κοινωνική συνοχή και μεγαλύτερη ομοιογένεια.

Μετά την κρίση του 2008, σε 3-4 μήνες διπλασιάστηκε ο δείκτης τιμών του χρηματιστηρίου. Βοήθησε η ‘έκτακτη ενίσχυση’ για τραπεζίτες, αγροτοβιομήχανους και μεταλλευτικές. Δύο τράπεζες συγχωνεύτηκαν φτιάχνοντας γίγαντα με 55.000 υπαλλήλους, τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα όλης της Αμερικής. Η κρατική τράπεζα ανέβασε τα ήδη ψηλά επιτόκια (15%), ενώ σε όλον τον κόσμο τα μείωναν κοντά στο 1%. Το ‘90 η ανάπτυξη (και η κερδοφορία) γινόταν με σκανδαλώδες ξεπούλημα κρατικών εταιρειών, την επόμενη δεκαετία συνέχισε με κρατικο-ιδιωτικές συνεργασίες. Η «κρατική τράπεζα ανάπτυξης της Βραζιλίας», BNDES, είναι ο κύριος φορέας μετάγγισης δημοσίου χρήματος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Παράδειγμα η πρόσφατη δημιουργία γίγαντα πετροχημικής βιομηχανίας. Η «κρατική» Petrobras και η ιδιωτική Oderbecht, συγχωνεύουν δύο άλλες εταιρείες. Η κρατική βάζει 2,5δις και η ιδιωτική 1 δις. Ωστόσο το 51% των μετοχών πάει στην ιδιωτική!! Μελετώντας τη Βραζιλία προκύπτει ένα συμπέρασμα: Ούτε το ‘περισσότερο κράτος’, ούτε η ‘εθνική ανεξαρτησία’, ούτε η ‘οικονομική ανάπτυξη’ δεν συνεπιφέρει μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και μείωση των ανισοτήτων.
Αλλά τι σημαίνει ‘ανεξάρτητη’ εθνική οικονομία, έχει νόημα η διάκριση ‘ντόπιου’ και ‘ξένου’ κεφαλαίου; Τι είναι η Oderbecht που καταληστεύει το γειτονικό Εκουαδόρ; Και η πετρελαϊκή PetroBRAS (αποκαλούμενη PetroSOROS λόγω μετοχών του γνωστού καπιταλιστή) με 35% των μετοχών στο βραζιλιάνικο κράτος και το 65% στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, που καταστρέφει δάση και ανθρώπους σε Βολιβία, Κολομβία κι αλλού με εργοστάσια σε 15 χώρες; Οι γεννημένοι στη Βραζιλία καλλιεργητές σόγιας που έχουν αγοράσει τη μισή Παραγουάη, πού είναι 'ντόπιοι” και πού είναι 'ξένοι”;

Στις εκλογές του 2010, η ευνοούμενη του Λούλα υποψήφια του Εργατικού Κόμματος για την προεδρία είναι η Ντίλμα Ρουσέφ. Η συμμετοχή της σ’ ένοπλη επαναστατική οργάνωση την περίοδο της δικτατορίας, κάθε άλλο παρά εγγυάται τη σημερινή τοποθέτησή της στο πλευρό των αδικημένων. Ως υπουργός της περιβόητης ανάπτυξης, εξυπηρέτησε στην εντέλεια τα συμφέροντα του πιο μεγάλου κεφαλαίου. Στις εκλογές επιχειρεί να εκφράσει τη μεσαία τάξη και τους εξαθλιωμένους. Δεν φαίνεται να το πετυχαίνει εκτός εάν το αποφασίσει ένας πανίσχυρος παράγοντας των βραζιλιάνικων εκλογών που λέγεται GLOBO TV, η τηλεόραση με απίστευτη δύναμη.

Η δεξιά, ανασυγκροτημένη, μπαίνει επιθετικά στο σκηνικό. Τι σημαίνει ‘δεξιά’; Χαρακτηριστικό είναι κάτι που παίρνει διαστάσεις σε όλη τη Λατινική Αμερική. Μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες, ιδιοκτήτες μεγαθηρίων, κατεβαίνουν οι ίδιοι στην πολιτική διεκδικώντας πολιτικά πόστα. Η ήδη στενότατη σχέση της πολιτικής εξουσίας με το κεφάλαιο πρέπει να γίνει αμεσότερη και συστηματική.

Η αυτοπροσδιοριζόμενη αριστερά, -και οι αγώνες των καταπιεσμένων-, δίχως πλέον τις παλιότερες ‘αντιιμπεριαλιστικές’ λύσεις και μπαμπούλες τύπου ΔΝΤ, αδυνατούν να δώσουν ολοκληρωμένες απαντήσεις στα νέα φαινόμενα, καθώς κατέρρευσε ο άλλοτε διαχωρισμός σε ‘πλούσια’ και ‘φτωχά’ έθνη ενώ δυναμώνει η σύγκρουση κεφάλαιου-εργασίας.